Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Παιδεία χωρίς τους εκπαιδευτικούς;

Του Ν. Φωτόπουλου

Η κατάσταση στην εκπαίδευση είναι καζάνι που βράζει. Κι αυτό γιατί, παρά τα όσα δεινά η χώρα αντιμετωπίζει εξαιτίας του δημοσιονομικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει και των αβάσταχτων απαιτήσεων της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, θα μπορούσε μέσα από εσωτερικά θεσμικά ζητήματα να ανατροφοδοτήσει την ελπίδα της εκπαιδευτικής κοινότητας για ένα καλύτερο δημόσιο σχολείο. Για ακόμη μία φορά όμως αποδείχτηκε ότι ούτε ο κοινωνικός διάλογος για την παιδεία ευοδώθηκε ούτε ο κοινωνικός προσανατολισμός των ρυθμίσεων πρυτάνευσε. Και το χειρότερο: δεν συνάφθηκε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με την εκπαιδευτική κοινότητα για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και να ωφεληθεί ο τόπος. Ο μετασχηματισμός της εκπαιδευτικής πραγματικότητας προϋποθέτει την ύπαρξη «συλλογικού υποκειμένου».

Είναι σαφές ότι μια προοδευτική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση απαιτεί τη σύγκρουση με κατεστημένες λογικές. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να διαμορφωθεί υπέρ της μια ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία που να την υποστηρίζει, καθώς και να σχηματιστεί ένα συλλογικό υποκείμενο που θα υλοποιήσει τη μετάβαση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση η κοινωνία είναι παγωμένη από την αποδόμηση των κοινωνικών της κατακτήσεων, ενώ η εκπαιδευτική κοινότητα (το συλλογικό υποκείμενο, δηλαδή) παραμένει απούσα γιατί απλούστατα νιώθει παραγκωνισμένη και ταυτόχρονα πληγωμένη από τον τρόπο με το οποίο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου προωθεί και μεθοδεύει της αλλαγές στην εκπαίδευση. Ενώ υπάρχουν σοβαρά προβλήματα τα οποία εκκρεμούν σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό φάσμα, για ακόμη μία φορά επικράτησε η έλλειψη ουσιαστικής συνεννόησης, με συνέπεια να διαπιστώνεται τεράστιο χάσμα ανάμεσα σ' αυτά που δρομολογεί το υπουργείο για λογαριασμό των εκπαιδευτικών και εκείνα που πραγματικά έχει ανάγκη η εκπαιδευτική κοινότητα.
Η πραγματικότητα των δεικτών και ο ευρωπαϊκός πήχυς
Σε αυτό που οι πάντες συμφωνούν είναι ότι η χώρα υπολείπεται σε σημαντικούς τομείς του εκπαιδευτικού της συστήματος, ενώ τα προβλήματα δεν μπορούν να περιμένουν. Η ανεπαρκής σχολική στέγη, η υποτυπώδης προσχολική αγωγή, οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, οι χαμηλές επιδόσεις και τα αναλυτικά προγράμματα που περιμένουν αναζωογόνηση, ο «σκοτεινός αριθμός» της σχολικής διαρροής και η μη αντιμετώπισή της, ο λειτουργικός αναλφαβητισμός και η χαμηλή συμμετοχή στη διά βίου μάθηση, η υποβάθμιση του περιεχομένου και της προοπτικής των σπουδών και των πτυχίων, η υπο-χρηματοδότηση της έρευνας, των υποδομών και της καινοτομίας εξακολουθούν να παραμένουν προβλήματα που περιμένουν λύσεις και συγκεκριμένες πολιτικές αντιμετώπισης.
Αν ρίξουμε μια ματιά στα στοιχεία αναφοράς της Eurostat και του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα (2009), διαπιστώνουμε ότι οι δείκτες μας άλλοτε «αντέχουν», άλλοτε παρουσιάζουν μια ισχνή βελτίωση κι άλλοτε αποδεικνύουν ότι ζούμε στη χώρα των μεγάλων αντιφάσεων. Την ίδια στιγμή που εμφανίζουμε χαμηλές επιδόσεις σε Γλώσσα, Μαθηματικά και Φυσικές Επιστήμες, παρουσιάζουμε υψηλά ποσοστά αποφοίτησης από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παρ' όλο που είμαστε κάτω από το κοινοτικό όριο της χρηματοδότησης σε επενδύσεις για την παιδεία, η συμμετοχή μας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παρουσιάζει υψηλά ποσοστά, ενώ η σχολική διαρροή κινείται σε επίπεδα ανάλογα με εκείνα των αναπτυγμένων χωρών.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι τα αντιφατικά αυτά χαρακτηριστικά αποδεικνύουν πως κινούμαστε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και δείχνουν ότι παραμένουμε «λαθρεπιβάτες» στο τρένο της ευρωπαϊκής προοπτικής εδώ και δεκαετίες.
Ο παράγοντας «ανθρώπινο κεφάλαιο» στην εκπαίδευση
Είναι απόλυτα βέβαιο ότι οι στατιστικές και οι αριθμοί αποτελούν μερικές μόνο ενδείξεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απεικονίσουν ποιότητες οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Μια τέτοια κορυφαία παράμετρο αποτελεί και ο ρόλος των εκπαιδευτικών, ο οποίος συνιστά το πιο καίριο βήμα στην κατεύθυνση βελτίωσης του εκπαιδευτικού συστήματος.
Ο παράγοντας ανθρώπινο κεφάλαιο αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένας από τους βασικούς συντελεστές κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος, αρκεί να αντιμετωπίζεται με ανθρωποκεντρικό και όχι με μηχανιστικό και απρόσωπο τρόπο. Με άλλα λόγια, η αυτο-βελτίωση των εκπαιδευτικών, η ανατροφοδότηση του έργου τους, η παιδαγωγική και επιστημονική τους ενίσχυση θα πρέπει να βασίζονται στις πραγματικές και ουσιαστικές ανάγκες τους και όχι στην επιβολή μέτρων τεχνοκρατικού, γραφειοκρατικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα. Ουδέποτε μέχρι σήμερα επιχειρήθηκε σοβαρή διάγνωση των αναγκών των εκπαιδευτικών μέσα στους χώρους δουλειάς τους, των προβλημάτων και των αδιεξόδων που καθημερινά αντιμετωπίζουν, των ελάχιστων μέσων που έχουν στη διάθεσή τους για την υλοποίηση του έργου τους.
Η ανάπτυξη του ανθρώπινου παράγοντα μέσα στα σχολεία οφείλει να απαντά στις γνήσιες ανάγκες των εκπαιδευτικών. Απαιτεί την αρχική και συνεχή επιμόρφωσή τους, μακρόπνοες επενδύσεις σε παιδαγωγικές καινοτομίες, τη διάθεση των μέσων αλλά και της αυτονομίας να λειτουργήσουν ρηξικέλευθα. Προϋποθέτει αίσθημα εμπιστοσύνης, ασφαλές εργασιακό κλίμα και -το πιο σημαντικό- μισθολογικές απολαβές που να δικαιώνουν, να καταξιώνουν και να κινητροδοτούν την προσπάθειά τους διασφαλίζοντας το αυτονόητο μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης από την άσκηση του επαγγέλματός τους. Εκτός όμως από την ανεπαρκή προσφορά όλων αυτών στους Ελληνες εκπαιδευτικούς, μια ματιά στις απολαβές τους (πολύ πριν από τις πρόσφατες μειώσεις σε όλο τον δημόσιο τομέα) αποδεικνύει ότι παραμένουν οι πένητες όχι μόνο της ευρωζώνης, αλλά και των χωρών του ΟΟΣΑ σε σχέση με τους συναδέλφους τους.
Η εκπαιδευτική κοινότητα στη δίνη των εξελίξεων
Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό το ότι η συστηματική, αργόσυρτη και δομική υποβάθμιση του δημόσιου εκπαιδευτικού χώρου απ' όλες τις κυβερνήσεις αποδίδεται μονομερώς στους εκπαιδευτικούς, αποτελώντας ουσιαστικά την «πολιτική πλατφόρμα» για την οικονομική, ηθική, ακόμα και ψυχολογική καταρράκωση ενός ολόκληρου κλάδου, η οποία τον συμπαρασύρει σε μια δίνη από την οποία δύσκολα θα βγει.
Ας δούμε τα πράγματα όμως στην αληθινή τους διάσταση: πράγματι εδώ και αρκετά χρόνια διαμορφώθηκε σταδιακά ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων για σειρά θεμάτων όπως οι προσλήψεις ωρομισθίων, οι αποσπάσεις, η μοριοδότηση κ.λπ., το οποίο ταυτόχρονα έγινε ανεκτό από μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αυτό όμως, παρά το ότι δημιούργησε φαινόμενα αδιαφάνειας, ευνοιοκρατίας και καταστάσεις ανορθολογισμού ως προς την κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού, σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιεί τα σημερινά μέτρα τα οποία είναι καταφανώς άδικα, αντικοινωνικά και προϊόν πολιτικής αναλγησίας απέναντι σε χιλιάδες αναπληρωτές και ωρομίσθιους.
Οι άνθρωποι αυτοί σε νησιά, επαρχίες και βουνά υπηρέτησαν με σθένος ψυχής τη δημόσια εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο δεν δικαιολογείται ο πολιτικός κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζεται το σύνολο των εκπαιδευτικών μέσα από τη μισθολογική, επαγγελματική και ψυχολογική τους εξουθένωση, αφού μεθοδευμένα καλλιεργείται η άποψη ότι για όλα τα δεινά του δημόσιου σχολείου φταίνε οι εκπαιδευτικοί. Και όλοι βέβαια θα συμφωνούν ότι σε επιμέρους και μεμονωμένα ζητήματα οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τις πολιτικές ηγεσίες αλλά και τις κλειστές ομάδες που εκπροσωπούν τα οργανωμένα συμφέροντα των εκπαιδευτικών, οι οποίες εδώ και δεκαετίες επέδειξαν ανοχή σε φαινόμενα ευνοιοκρατίας, ανορθολογισμού, «θεσμικής βραδύτητας» και συνδιαχείρισης της κρίσης.
Για παράδειγμα, το ζήτημα της αποτίμησης της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου, ενώ θα έπρεπε να ήταν πρωταρχικό αίτημα της ίδιας της εκπαιδευτικής κοινότητας και βασική εσωτερική της αξίωση, ουδέποτε τέθηκε ανοιχτά και σοβαρά, έστω και για διαβούλευση, στο εσωτερικό της. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στο πλαίσιο των συλλόγων διδασκόντων η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα να προτάξει τη δική της κουλτούρα ελέγχου της ποιότητας της δουλειάς της, να διαμορφώσει όρους αυτο-βελτίωσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του έργου της, να προωθήσει τις καλές πρακτικές και να απορρίψει ό,τι δεν ανταποκρίνεται στα οράματα, τις αξίες και τους συλλογικούς στόχους που η ίδια θέτει. Με τον τρόπο αυτό δεν θα υπήρχε κανένα περιθώριο ούτε για αμφισβήτηση και δυσπιστία από την πλευρά της κοινωνίας ούτε για «νομιμοποίηση» οποιασδήποτε παρέμβασης από πλευράς πολιτικής εξουσίας σε ζητήματα που αφορούν την αξία του εκπαιδευτικού έργου και την εσωτερική λειτουργία της σχολικής μονάδας.
Προβληματισμοί και ερωτήματα
Το πολυνομοσχέδιο, παρά τη φιλόδοξη προσπάθειά του να αντιμετωπίσει μια σειρά ανορθόδοξων μεθοδεύσεων και στρεβλώσεων (όπως διατείνεται άλλωστε η αιτιολογική έκθεση που το συνόδευε στο Κοινοβούλιο), δημιουργεί σοβαρές πιθανότητες να πετύχει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πολιτικά διακηρύσσει. Πρώτα απ' όλα, η εκπαιδευτική κοινότητα στέκεται αρνητική απέναντί του, γεγονός που δυσχεραίνει τη «βιωσιμότητά» του.
Οσοι προβληματίζονται με υπευθυνότητα και ρεαλισμό:
α) αγωνιούν για τη δεινή θέση στην οποία τον Σεπτέμβριο θα βρεθεί το δημόσιο σχολείο, αφού κανείς δεν θα γνωρίζει με ακρίβεια τις ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό τόσο λόγω του κύματος προς τη συνταξιοδότηση όσο και λόγω των δραστικών περικοπών στις προσλήψεις αναπληρωτών και ωρομισθίων,
β) προβλέπουν την υπερ-διόγκωση της παραοικονομίας και των φαινομένων αισχροκέρδειας που συνοδεύουν τη βιομηχανία του ΑΣΕΠ,
γ) εκφράζουν την ανησυχία τους για την ανετοιμότητα των ΑΕΙ να παρέχουν το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας (δωρεάν άραγε ή κι αυτό θα εισαχθεί στο βασίλειο της ελεύθερης αγοράς;),
δ) αναρωτιούνται για το τι ακριβώς θα περιλαμβάνει ο ομιχλώδης νέος θεσμός του μέντορα. Σημειωτέον ότι ακόμα δεν έχουν αποσαφηνιστεί μια σειρά ειδικών χαρακτηριστικών του θεσμού αυτού όπως ο ακριβής ρόλος του, τα προσόντα του, ο τρόπος επιλογής του, η συμμετοχή του ή μη στην αξιολόγηση των νεοδιοριζόμενων κ.λπ.
Ιδιωτικά σχολεία: «πιλότος» νεοφιλελευθερισμού
Σε προέκταση του παραπάνω προβληματισμού παραθέτουμε ένα ακόμα παράδειγμα από έναν άλλο χώρο, διαφορετικό από εκείνον της δημόσιας εκπαίδευσης, τον οποίο όμως -βάσει του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος- υποχρεούται η πολιτεία να ελέγχει και να επιτηρεί. Μια πρόσφατη άλλωστε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (αρ. 622/2010) αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνει, αφού αναγνωρίζει ότι η εργασιακή ασφάλεια των εκπαιδευτικών στα ιδιωτικά σχολεία είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας καθώς ενισχύει την ποιότητα του έργου τους και τη νομιμότητα, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως ανάχωμα στις πιέσεις οικονομικών ή πελατειακών συμφερόντων. Παρ' όλα αυτά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών δείχνει τον σαφώς νεοφιλελεύθερο και ενδοτικό προς τους σχολάρχες προσανατολισμό του πολυνομοσχεδίου.
Ειδικότερα:
1 Την ίδια στιγμή που το πολυνομοσχέδιο ενδιαφέρεται για τη διαμόρφωση ενιαίας επαγγελματικής ταυτότητας του εκπαιδευτικού θεωρώντας το ΑΣΕΠ ως μοναδικό και ακλόνητο κριτήριο διορισμού στο ελληνικό σχολείο, στην ιδιωτική εκπαίδευση, προκειμένου να δώσει περιθώρια «ελευθερίας επιλογής» στο διευθυντικό δικαίωμα, το αναιρεί. Για τα σχολεία των λίγων δεν ισχύουν άραγε οι «κανόνες ποιότητας» που θέτει η πολιτεία για το 93% των δημόσιων σχολείων της χώρας; Εξάλλου, ακόμα κι αν ήθελε το υπουργείο να δώσει ελευθερία επιλογής στους σχολάρχες, δεν θα μπορούσε να τους τη δώσει από τη δεξαμενή των χιλιάδων επιτυχόντων του ΑΣΕΠ;
2 Ενώ υπήρχε καθεστώς αιτιολογημένων απολύσεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου, έπειτα από σχεδόν 30 ολόκληρα χρόνια επιτρέπονται οι αναιτιολόγητες απολύσεις, ενισχύοντας απροκάλυπτα την αυθαιρεσία του διευθυντικού δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό το εκπαιδευτικό λειτούργημα υποβιβάζεται σε υπαλληλικού τύπου σχέση όπου έννοιες όπως παιδαγωγική ελευθερία, αξιοπρέπεια, ελευθερία της έκφρασης, αυτονομία του εκπαιδευτικού κ.ά. κλειδώνονται οριστικά στο χρονοντούλαπο της εκπαιδευτικής ιστορίας. Αραγε με ποιον τρόπο ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λειτουργοί που υπογράφουν και εκδίδουν δημόσια έγγραφα και πιστοποιητικά (απολυτήρια, βαθμολογίες κ.λπ.), τα οποία οδηγούν ακόμα και σε διορισμό στο Δημόσιο, θα καταφέρουν να εργαστούν χωρίς πιέσεις σε ένα σχολείο, όταν η αναιτιολόγητη απόλυση θα κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους; Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι με τον τρόπο που δρομολογούνται οι εξελίξεις θα καταλήξουμε σ' ένα φτωχό, μίζερο και αποπνικτικό δημόσιο σχολείο και ένα εργασιακά ασύδοτο και αμφίβολης νομιμότητας ιδιωτικό στο οποίο θα καταφεύγει ο καθένας ανάλογα με το βαλάντιό του και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του. Η πρόσφατη άλλωστε κρίση στο International Baccalaureate (με τη διαρροή και την εξαγορά θεμάτων των εξετάσεων) αποδεικνύει την ηθική γύμνια της εποχής αλλά και του λόγου το αληθές. Ποια είναι η βέβαιη συνέχεια; Οι αποδέκτες των άνομων αυτών δοσοληψιών στα κάθε είδους εκπαιδευτήρια (με την αμέριστη ηθική και οικονομική συμπαράσταση των γονιών τους) θα «διαπρέπουν» στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, ενώ αύριο θα κληθούν με «σπουδαία βιογραφικά» να στελεχώσουν τις επιχειρηματικές και πολιτικές elites του τόπου.
Η κοινωνία θέλει τους εκπαιδευτικούς εκεί που τους αξίζει
Ολα δείχνουν ότι η κοινωνία νιώθει αποπνικτική την ατμόσφαιρα που την περιβάλλει σε ολόκληρο το φάσμα των θεσμών, των αξιών και των συμβόλων. Τα ιδεολογικά αποθέματα της μεταπολίτευσης έχουν οριστικά εξαντληθεί και οι νέοι άνθρωποι ζητούν απεγνωσμένα καθαρό αέρα να αναπνεύσουν. Είναι σαφές ότι πέρα από τα όσα είναι υποχρεωμένη να παρέχει η πολιτεία στους εκπαιδευτικούς της, απαιτείται η αυτενέργεια, η ατομική ευθύνη αλλά και η συλλογική συναίσθηση των ίδιων.
Η κοινωνία όμως θέλει τους εκπαιδευτικούς της εκεί που τους αξίζει. Τους θέλει ψηλά. Ούτε ως αντίγραφα μιας απρόσωπης (εκπαιδευτικής) πολιτικής ούτε ως συστατικά μιας σκυθρωπής τεχνοκρατικής υπαλληλίας που τους αφαιρεί το ρόλο και το λόγο του λειτουργού της εκπαίδευσης. Πολύ περισσότερο δεν τους επιθυμεί πειθήνιους, πένητες και εξαθλιωμένους μεταβιβαστές μιας στείρας γνώσης που οδηγεί τη νέα γενιά στο αδιέξοδο. Αντίθετα, σήμερα περισσότερο από ποτέ, τους χρειάζεται ως σύμβολα κύρους και γνώσης, ως φωτοδότες και παιδαγωγούς που θα βοηθήσουν κι αυτοί με το έργο τους να αλλάξει σελίδα το, βυθισμένο σε κρίση, πολιτισμικό στερέωμα του τόπου. Εν κατακλείδι, η πολιτική ηγεσία οφείλει να αναστοχαστεί πάνω στην αρχή ότι η «επανάσταση του αυτονόητου» στην εκπαίδευση αρχίζει με την ουσιαστική και πολύπλευρη στήριξη και αναγνώριση των δασκάλων των παιδιών μας.

Το παραπάνω κείμενο, δημοσιεύτηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στις 19/6/2010 http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=174812.
 
Ο Ν. Φωτόπουλος είναι Δρ. Κοινωνιολογίας, ερευνητής σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής.
Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Η ιδιωτική εκπαίδευση στο χρηματιστήριο


«Η παιδεία είναι λειτούργημα και κατά κύριο λόγο πνευματικό. Σε αυτού του είδους τα έργα δεν γίνονται όλα με χρήματα (...)»
Ευάγγελος Παπανούτσος

Του Τάσου Α. Μπάρμπα

Την Τετάρτη 5 Μαΐου ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία από την εθνική μας αντιπροσωπεία το πολυνομοσχέδιο της παιδείας που θα "αναβαθμίσει το ρόλο του εκπαιδευτικού και θα επιφέρει αξιοκρατία στην εκπαίδευση", υποβαθμίζοντας ωστόσο χωρίς όριο και χωρίς αντίστοιχο προηγούμενο στις τελευταίες δεκαετίες, την ιδιωτική εκπαίδευση και τους λειτουργούς της.

Η όποια προσπάθεια ερμηνείας αυτής της αδιαπραγμάτευτης -όπως εν τέλει πρόεκυψε- επιλογής (ή εμμονής) από την υπουργό να εισαγάγει την ιδιωτική εκπαίδευση και τους λειτουργούς της στο χρηματιστήριο της αγοράς, δεν είναι καθόλου εύκολη με λογικά επιχειρήματα: είναι ίσως αδύνατη, αν όχι ακατόρθωτη.

Όχι μόνο γιατί ανέτρεψε άκομψα, χωρίς κανέναν ενδοιασμό και πολιτική ευπρέπεια την οποιαδήποτε διαβούλεση και διαπραγματευτική διαδικασία ή συμφωνία είχε προηγηθεί, αλλά και επειδή οι συγκεκριμένες επιλογές της για την ιδιωτική εκπαίδευση στο τελικό κείμενο του πολυνομοσχεδίου αντιτίθενται τελικά στην ίδια τη φιλοσοφία του και στις υποτιθέμενες επιδιώξεις του για αξιοκρατία και ισοτιμία στον εκπαιδευτικό χώρο. Αρκεί κανείς να διαβάσει τα πρακτικά της συζήτησης στη Βουλή, εστιάζοντας στην ομιλία της ίδιας της υπουργού για να διαπιστώσει ότι η ιδιωτική εκπαίδευση και οι λειτουργοί της είναι σχεδόν ανύπαρκτοι στις αναφορές της. Λες και δεν υπάρχουν. Και όταν υπάρχουν, τα λόγια που τους αφορούν είναι μισά και ανολοκλήρωτα. Αλλιώς: μισές αλήθειες, ολόκληρα ψέματα.

Η υπουργός κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Η κοινοβουλευτική της ομιλία, συγκρινόμενη με τις τελικές επιλογές της για την ιδιωτική εκπαίδευση, είναι γεμάτη αντιφάσεις. Αντιφάσκει η υπουργός όταν επικαλείται τον μεγάλο Παπανούτσο: «Η παιδεία είναι λειτούργημα και κατά κύριο λόγο πνευματικό. Σε αυτού του είδους τα έργα δεν γίνονται όλα με χρήματα (...)» και παραδίδει τελικά το ιδιωτικό κομμάτι της εκπαίδευσης χωρίς όρους στους ιδιοκτήτες - επιχειρηματίες. Αντιφάσκει, επίσης, όταν επικαλείται ενιαίο και ισότιμο σύστημα εισαγωγής στην εκπαίδευση: «Θέλουμε έναν τρόπο εισαγωγής όλων. Θα υπάρχει ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ και δεν θα υπάρχει καμία εξαίρεση (...)» και εξαιρεί από αυτές τις διαδικασίες τους νεοπροσληφθέντες στην ιδιωτική εκπαίδευση. Αντιφάσκει γενικώς και με μεταρρυθμιστικό ύφος: το θεάτρο του παραλόγου.

Δεν ήταν όμως μόνη της. Σε αυτόν τον κραυγαλέο και κυρίως συνταγματικά ασυμβίβαστο διαχωρισμό της ιδιωτικής από τη δημόσια εκπαίδευση, το σύνολο των συμμετέχοντων στη συζήτηση βουλευτών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, παρέμειναν επι της ουσίας αδιάφοροι και μέσα από τις ασυνάρτητες τοποθετήσεις τους βοερά σιωπηλοί. Αδειανά πουκάμισα που ανεβοκατέβαιναν στο βήμα με κομματικό χαρτί πορείας, εκτοξεύοντας με τηλεοπτικό ύφος "έτοιμες" λέξεις και τρύπια οράματα. Το ίδιο το κείμενο του πολυνομοσχεδίου παρά την τόση περισπούδαστη φασαρία γύρω του παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης σε μια ιδιότυπη μοναξιά: κανείς δεν ασχολήθηκε τελικά πραγματικά μαζί του. Ο δημόσιος κοινοβουλευτικός διάλογος στάθηκε στο ύψος των παραδόσεων της μεταπολιτευτικής ελλάδας. Όλοι κάτι ήθελαν να πουν, αλλά δεν το είπαν. Οι ιδιωτικές απόψεις των πολιτικών είθισται να διεφέρουν πάντα από τις δημόσιες: το κόστος είναι μεγάλο έως δυσβάσταχτο και αυτοί πολύ μικροί για να το σηκώσουν.

Την "συγκρατημένη" αναστάτωση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών με την οποία υποδέχθηκαν την πρώτη δημοσιοποίηση του κειμένου του πολυνομοσχεδίου ακολούθησε, νομίζω, μετά την ψήφισή του, μια βουβή έκπληξη. Μια αμηχανία. Το θαύμα που όλοι περιμένανε δεν ήρθε. Σειρά έχει τώρα ο θυμός, ο φόβος, η ανασφάλεια, η παρακολούθηση ενός έργου που πιθανόν να έχει και στοιχεία υπερπαραγωγής: η "δημιουργική" εκτόνωση των ιδιοκτητών που τόσα χρόνια δεν μπορούσαν να κάνουν κουμάντο στο μαγαζί τους.

Η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς. Η ευρύτερη συγκυρία όμως της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας προσφέρεται για προβληματισμό: για πραγματική αφύπνιση. Ο χώρος της ιδιωτικής εκπαίδευσης είναι ο πρώτος που δέχεται στο πλαίσιο των τελευταίων καταιγιστικών οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων ένα συνολικό πλήγμα: ένα ολοκληρωτικό ξεπούλημα. Πριν ξεκινήσουμε να θυμώνουμε, να φωνάζουμε, να υποχωρούμε ή να αναδιαπραγματευόμαστε τη στάση μας με κάθε τρόπο και προς κάθε κατεύθυνση οφείλουμε ως εκπαιδευτικοί και ως πολίτες να θέσουμε επιτέλους τα σωστά ερωτήματα στον εαυτό μας. Να σταματήσουμε να είμαστε τυφλοί μπροστά στο ορατό: ζούμε στην κοινωνία που δημιουργήσαμε με τις επιλογές μας, έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν.

Γιατί το κοινωνικό και πολιτικό μας σύστημα, οι πολιτικοί που ελάχιστους πλέον πείθουν, αλλά πάντα για κάποιο μικρό ή μεγάλο αντάλλαγμα τους ξαναψηφίζουμε, οι κάθε τύπου συμβάσεις και υποχωρήσεις μας για να βολευτούμε και να παραμείνουμε στις επάλξεις του μεταπολεμικού ελληνικού ονείρου, η διαφορετικότητα και η αντιφατικότητα του ιδιωτικού και του δημόσιου λόγου μας, οι εύκολες λύσεις και οι πρόχειρες κριτικές κάθε τύπου και προς πάσα κατεύθυνση, η ανοχή μας στην μπουρδολογία και τις μεγάλες θεωρίες, το τρύπιο όνειρο στο οποίο μπήκαμε και δε θέλουμε με τίποτα να βγούμε... όλα αυτά είναι το αποτέλεσμα τη δικής μας συγκατάθεσης, της δικής μας καθημερινής εναλλαγής από την αλήθεια στο βολικό ψέμα.

Έτσι, φαίνεται ότι δεν είναι μόνο η υπουργός που στην συγκεκριμένη συγκυρία έκανε πως δεν καταλαβαίνει. Όλοι μας εδω και πολλά χρόνια πράττουμε συστηματικά ακριβώς το ίδιο. Υποκρινόμαστε πως δεν καταλαβαίνουμε ή πως δεν βλέπουμε για χάρη μιας αναβαλλόμενης ευτυχίας, παραμένοντας ωστόσο διαρκώς δυστυχείς και ξένοι με τον εαυτό μας.

Η σημερινή συγκυρία όπου όλα καταρρέουν μέσα από την αποκάλυψη τού αληθινού τους προσωπείου είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να προσπαθήσουμε να γίνουμε ειλικρινείς ανα-γνώστες της καθημερινής μας ζωής και των αναγκών μας και να δημιουργήσουμε όνειρα ρεαλιστικά. Να αρχίσουμε να συμμετέχουμε ενεργά και χωρίς καθοδηγητές σε όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες, να επιζητούμε να έχουμε λόγο για τις εξελίξεις ακόμα και όταν αυτές δεν μας αφορούν άμεσα, να αντιδρούμε στο ψέμα και να το απομονώνουμε, να απαιτούμε από τις κάθε τύπου πολιτικές ή συνδικαλιστικές ηγεσίες διαφάνεια, ανοιχτές διαδικασίες και αποτελέσματα που κάνουν πραγματικά τη ζωή μας καλύτερη, να μη συγχωρούμε εύκολα και να (δηλώνουμε ότι) έχουμε πάντα εναλλακτικές επιλογές.

Είναι ανάγκη νομίζω να ξεκινήσουμε επιτέλους να σεβόμαστε τον εαυτό μας και να επαναστατήσουμε αλλάζοντας πρώτα τη δική μας ζωή. Μια ζωή όπου τα κάθε είδους οράματα θα προκύπτουν απο τη συνειδητότητα των δικών μας πραγματικών επιθυμιών. Και αυτή τη ζωή κανένας υπουργός δεν θα μπορεί να την αγοράσει ή να την πουλήσει με τη σημερινή σχετική ευκολία. Γιατί οι πολιτικοί διαχειριστές θα ξέρουν τότε ότι κάθε τέτοια ζωή έχει τη δική της μνήμη, τη δική της άποψη, το δικό της σχήμα και περιφέρεται ανάμεσά τους σε εγρήγορση χωρίς να μπορούν να της κρεμάσουν καρτελάκι με τιμή.

[Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" στις 16/5/2010, (www.eleftheria.gr)]

Ο Τάσος Α. Μπάρμπας είναι εκπαιδευτικός και εργάζεται στην Ιδιωτική Εκπαίδευση. Έχει μεταπτυχιακό στη διδακτική των θετικών επιστημών και είναι υποψήφιος διδάκτορας στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.